emea business monitor

Oruc Reis: Πρόκληση ή παραβίαση;

Πριν όμως από οποιαδήποτε ανάλυση, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι το διεθνές δίκαιο δεν λειτουργεί όπως το εθνικό δίκαιο.

του Γιώργου Λεμονή*

Πολλά έχουν γραφτεί και περισσότερα ειπωθεί, το τελευταίο διάστημα, σχετικά με το εάν και κατά πόσο το Oruç Reis πραγματοποιεί έρευνες για υδρογονάνθρακες στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, νοτίως του συμπλέγματος της Μεγίστης, εντός της Ελληνικής υφαλοκρηπίδας, την οποία έχει δεσμεύσει με έκδοση NAVTEX, και ποια πρέπει να είναι η αντίδραση της Ελλάδας.

Η απάντηση, σε τέτοια ζητήματα, είναι, συνήθως, πιο σύνθετη και λιγότερο απόλυτη, από άλλες περιπτώσεις. Οι Έλληνες (δικαίως) πνίγονται από το αίσθημα της αδικίας, μιας και βλέπουν, για ακόμη μία φορά, στη σύγχρονη ιστορία, ένα γειτονικό κράτος, να διεκδικεί περιοχές και πόρους που, με κάθε ερμηνεία του διεθνούς δικαίου, ανήκουν στην Ελλάδα. Πριν όμως από οποιαδήποτε ανάλυση, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι το διεθνές δίκαιο δεν λειτουργεί όπως το εθνικό δίκαιο. Δεν υπάρχουν δηλαδή, αντίστοιχοι θεσμοί, οι οποίοι λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο. Δεν υπάρχει αστυνομία. Δεν μπορεί να συλληφθεί κάποιος που παρανομεί. Δεν μπορεί να δικαστεί, εάν ο ίδιος δεν το επιθυμεί. Αλλά ακόμη κι αν δεχθεί να δικαστεί, δεν υπάρχουν μηχανισμοί που μπορούν να του επιβάλουν την εφαρμογή της όποιας απόφασης. Μόνον σοβαρά και ανεπτυγμένα κράτη, δέχονται και εφαρμόζουν τις αποφάσεις των διεθνών δικαστηρίων, και όχι πάντα. Σίγουρα όμως, δεν μπορεί να περιμένει κανείς από ένα απολυταρχικό, οπισθοδρομικό και, κυρίως, καιροσκοπικό και επιθετικό καθεστώς, σαν αυτό του Erdoğan, να σεβαστεί οποιαδήποτε απόφαση.

Ας δούμε όμως, με έναν απλοϊκό παραλληλισμό, τι περίπου πράττει το Oruç Reis, και ο στόλος που το συνοδεύει. Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει ένας λόφος, ο οποίος ανήκει σε κάποιο ίδρυμα, και διέπεται από το ακόλουθο καθεστώς: μπορεί να τον διασχίσει όποιος θέλει, από όπου θέλει (δεν υπάρχει περίφραξη), ακόμη κι αν φέρει οπλισμό, αλλά δεν έχει δικαίωμα κανείς, πέρα από το ίδιο το ίδρυμα ή όποιον αυτό εξουσιοδοτήσει, να σκάψει ή/και να αφαιρέσει κάτι από το έδαφος.

Υπάρχει κάποια παραβίαση εάν, επτά ένοπλοι και τρεις άοπλοι, διασχίσουν τον λόφο; Όχι. Έτσι και το Oruç Reis, με τα πλοία που το συνοδεύουν, έχουν δικαίωμα να διασχίσουν την περιοχή.

Τι συμβαίνει όμως εάν ένας εξ αυτών φέρει μαζί του και ενεργοποιήσει έναν ανιχνευτή μετάλλων; Πρόκειται για παραβίαση ή για πρόκληση; Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει παραβίαση. Δεν σκάβεται το έδαφος, ούτε και αφαιρείται κάτι από αυτό. Οπότε; Είναι μία ξεκάθαρη πρόκληση, μιας και δεν υπάρχει λόγος να ερευνά για μέταλλα, αφού, ακόμη κι αν υπάρχουν, δεν έχει κανένα δικαίωμα σε αυτά. Τι θα συνέβαινε σε μια τέτοια περίπτωση; Το πιο λογικό θα ήταν να έστελνε το ίδρυμα την ιδιωτική του ασφάλεια, να κάνει συστάσεις και να ζητήσει την απομάκρυνση αυτών που προκαλούσαν. Αυτό κάνει και η Ελλάδα, με το πολεμικό της ναυτικό. Κι αν δεν αποχωρούσαν;

Οι επιλογές των στελεχών της ιδιωτικής ασφάλειας θα ήταν δύο: (α) να συνεχίσουν να τους παρακολουθούν και να τους ζητούν να αποχωρήσουν, προσπαθώντας να περιορίσουν την σάρωση του εδάφους (δεν τίθεται ακόμη θέμα για σκάψιμο. Δεν έχουν μαζί τους τον απαραίτητο εξοπλισμό) ή (β) να ασκήσουν βία και μάλιστα με την χρήση όπλων, μιας και υπάρχουν και επτά ένοπλοι, οι οποίοι, όχι απλά είναι πρόθυμοι αλλά επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν βία, με σκοπό να εκμεταλλευτούν τη χρήση βίας από την ιδιωτική ασφάλεια στη συνέχεια. Η πρώτη επιλογή είναι αυτή που ακολουθεί και η Ελλάδα, ως αντίδραση. Γιατί όμως δεν επιλέγει την δεύτερη;

Καταρχάς, εάν η Ελλάδα επιλέξει να κάνει χρήση βίας, για την αντιμετώπιση μιας πρόκλησης, κινδυνεύει να χάσει το δίκιο της. Γιατί, η χρήση ένοπλης βίας θα κριθεί δυσανάλογη της πρόκλησης. Έπειτα, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εάν, τόσο η έκβαση της τοπικής σύγκρουσης, όσο και μιας πιθανής γενικευμένης σύρραξης, θα έχει ευτυχή κατάληξη για εμάς ή όχι. Οπότε, το διακύβευμα είναι πολύ μεγάλο. Δυστυχώς, έχουμε να κάνουμε με έναν εχθρό, μεγαλύτερο από εμάς. Όχι απαραίτητα ικανότερο. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει την έκβαση ενός πολέμου και τις συνέπειες που μπορεί να έχει αυτός για την χώρα μας. Ακόμη και νικητές να βγούμε από αυτόν, πιθανότατα τα οφέλη της νίκης να είναι λιγότερα ή μικρότερα από τις απώλειες.

Πως θα μπορούσε να βγει κερδισμένη η Ελλάδα, από αυτή την κρίση; Με έναν τρόπο: εάν υπάρξουν σοβαρές κυρώσεις, τόσο από την ΕΕ, όσο και από κράτη εκτός ΕΕ, σε βάρος της Τουρκίας, τότε θα πρόκειται για έμπρακτη και ισχυρή αναγνώριση των ελληνικών δικαιωμάτων στην περιοχή. Γιατί, κανείς δεν θα επέβαλε κυρώσεις, εάν θεωρούσε ότι η περιοχή είναι αμφισβητούμενη. Όσο πιο αυστηρές είναι οι κυρώσεις, τόσο πιο ξεκάθαρη θα είναι η αναγνώριση των ελληνικών δικαιωμάτων.

Ορθώς, λοιπόν, δεν κλιμακώνει την ένταση η Ελλάδα και προσπαθεί να διαχειριστεί την κρίση δια της διπλωματικής οδού. Φυσικά, δεν θα ισχύει το ίδιο εάν, τελικά, η απέναντι πλευρά κλιμακώσει τις προκλήσεις, είτε βάλλοντας κατά των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων πρώτη, είτε επιχειρώντας γεωτρήσεις, εντός ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Σε αυτή την περίπτωση, η απάντηση της Ελλάδας πρέπει να είναι ισχυρή και αποφασιστική. Είναι μονόδρομος η προάσπιση των συμφερόντων της χώρας μας. Άλλωστε, ακόμη κι αν κάποιοι πιστεύουν ότι η παραχώρηση κάποιων περιοχών/πόρων/δικαιωμάτων, είναι αποδεκτή για να αποφευχθεί η σύρραξη, ας έχουν κατά νου ότι κανείς δεν τους εγγυάται ότι ακόμη κι αν παραχωρήσουμε όλη την υφαλοκρηπίδα της ανατολικής Μεσογείου στην Τουρκία, αυτή δεν θα συνεχίσει να διεκδικεί περισσότερα στο Αιγαίο ή τον Έβρο ή οπουδήποτε αλλού.

*“Ο Γεώργιος Λεμονής έχει σπουδάσει Διπλωματία, υπήρξε συνεργάτης της έκδοσης Doing Business της Παγκόσμιας Τράπεζας, τα έτη 2007-2010, μέντορας και των δύο νικητήριων ομάδων ομάδων του Pioneers Festival 2015 και της νικητήριας ομάδας στην κατηγορία μεταφορών του Pioneers of the Balkans προγράμματος της Παγκόσμιας Τράπεζας, και αρθρογράφος τόσο στον έντυπο όσο και τον ηλεκτρονικό Τύπο.”

Get real time updates directly on you device, subscribe now.