emea business monitor

Η Ευρώπη παραμένει ανάμεσα στις 3 πιο ρυπογόνες περιοχές του κόσμου

Σύμφωνα με νέα στοιχεία που έδωσε στην δημοσιότητα το Global Carbon Project με την ευκαιρία της Διάσκεψης Κορυφής του ΟΗΕ για το κλίμα στην Μαδρίτη, η Ευρώπη παραμένει στις 3 κορυφαίες περιοχές του κόσμου στις εκπομπές CO2, μετά από την Κίνα και τις ΗΠΑ.

Αν και η λίστα αυτή αντιμετωπίζει την Ευρώπη σαν μια χώρα λόγω της Ένωσης, εξετάζει επίσης τις επιδόσεις των επιμέρους χωρών που την απαρτίζουν, με την Γερμανία και την Βρετανία να είναι μεταξύ των 10 πρώτων χωρών που εκπέμπουν το περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα στον πλανήτη. 

Αν και η Ευρωπαϊκή ένωση έχει μειώσει τις εκπομπές του διοξειδίου του άνθρακα κατά 17% την προηγούμενη δεκαετία, αυτό δεν αρκεί για να αντικατασταθεί η άνοδος των εκπομπών CO2 από τις αναδυόμενες οικονομίες, οι οποίες έχουν αυξήσει τις εκπομπές τους με  μεγαλύτερο ρυθμό από όσο έχει μειώσει η ΕΕ.

Ειδικά Κίνα και Ινδία έχουν αυξήσει τις εκπομπές τους κατά 36% και 71% αντίστοιχα. 

Μεταξύ 2017 και 2018, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η μοναδική χώρα από τις πέντε με τις μεγαλύτερες εκπομπές CO2 που έχει καταφέρει να μειώσει τις εκπομπές της, ενώ οι δύο μεγαλύτερες αυξήσεις παρατηρήθηκαν σε Ινδία και Ρωσία με +7,5% και 3,7% αντίστοιχα.

Το 2018, οι πέντε πιο ρυπογόνες χώρες αντιπροσώπευαν περίπου το 65% των παγκόσμιων εκπομπών CO2. 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση τα τελευταία χρόνια έχει κάνει σημαντικά βήματα για την μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, με τις μετρήσεις του 2019 να αναμένεται να δείξουν περαιτέρω μείωση του αποτυπώματος της. Σύμφωνα με την έκθεση της Global Carbon Project, για το 2019, αναμένεται αύξηση των παγκόσμιων εκπομπών κατά 4% υψηλότερες από το 2015, όταν και υπογράφηκε η Συμφωνία του Παρισιού γι το κλίμα.

Στην Ευρώπη, η χρήση άνθρακα μειώθηκε κατά 10%, όμως η μείωση της παγκόσμιας κατανάλωσης άνθρακα αντισταθμίστηκε από τις υψηλότερες εκπομπές από το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο. 

Σε ότι έχει να κάνει με το εσωτερικό της ΕΕ, οι εκπομπές CO2 μειώθηκαν κατά μέσο όρο 1,4% ετησίως τα τελευταία 10 χρόνια, ωστόσο όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, η πρόοδος αυτή δεν είναι αρκετή.