Εσύ που πατάς «χα χα» σε θανάτους, νιώθεις καλά με τον εαυτό σου;

Πώς είναι να αποτελείς μέρος μιας κοινωνίας που αναζητά αντισώματα εναντίον της απουσίας ήθους, ευγένειας και κοινής λογικής.

Νομίζω ήρθε η ώρα να μιλήσουμε με ειλικρίνεια. Χωρίς υπεκφυγές, καθωσπρεπισμούς και ίσες αποστάσεις. Γιατί η κατάσταση έχει φτάσει σε ένα σημείο που μέρα με την μέρα επιδεινώνεται και κανείς δεν αντιδρά.

Ανοίγεις τον υπολογιστή σου. Το κινητό σου. Το tablet. «Σερφάρεις» στα… ταραγμένα κύματα του διαδικτύου και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης -στο όνομα τουλάχιστον-. Το έχεις δει κι εσύ. Όπως κι εγώ. Μπορεί να έχεις πάρει και μέρος σε όλο αυτό που συμβαίνει. Ξέρεις για ποιο πράγμα μιλάω, κι αν δεν ξέρεις, επίτρεψέ μου να γίνω λίγο πιο αναλυτικός.

Τα τελευταία χρόνια δίνεται η δυνατότητα ποικιλόμορφης αντίδρασης των χρηστών στη δημοσιοποίηση μιας είδησης. Το σοκ ήταν μεγάλο. Ίσως διότι για πρώτη φορά έγινε αντιληπτό ότι η κοινωνία μας έχει ξεχάσει να αντιδρά στα ερεθίσματα με φυσιολογικό τρόπο.

Διαβάζουμε για έναν άνθρωπο που έχασε τη ζωή του. Το φυσιολογικό είναι να λυπηθούμε. Το να μην αντιδράσουμε καθόλου είναι κι αυτό αποδεκτό. Με ποια λογική μπορείς να γελάσεις σε μια τέτοια είδηση; Πώς μπορείς να γελάς όταν άνθρωποι εξιστορούν τα όσα πέρασαν από τον κορονοϊό; Όταν ανακοινώνονται νεκροί. Ή, στον αντίποδα, πώς γίνεται να σου προκαλεί γέλιο η απώλεια ενός ανθρώπου που δεν έχει εμβολιαστεί. 

Φυσικά η ηθική κατάπτωση της κοινωνίας μας δεν ξεκινά, ούτε τελειώνει στα θέματα του εμβολίου και του κορονοϊού. Πριν λίγα χρόνια ήταν το δημοψήφισμα, κάποια άλλη στιγμή κάτι άλλο κ.ο.κ. Άλλωστε, σημασία δεν έχει το θέμα. Σημασία έχει να ξεσπάσουμε την οργή μας και να επιστρέψουμε στην καθημερινότητά μας. Αν είναι να νιώσουμε καλά εμείς, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε οποιοδήποτε γεγονός πέσει στη -μειωμένη- αντίληψή μας.

Μπορεί να είναι η δολοφονία της Καρολάιν. Ο ξυλοδαρμός μιας τηλεπερσόνας. Ο χωρισμός ενός διάσημου ζευγαριού. Για όλα έχουμε άποψη, για όλα έχουμε μια -κακή- κουβέντα να πούμε. Να σταθούμε απέναντι στον πόνο και αντί να δείξουμε στοργή να πάρουμε μια πέτρα ακόμα. Γιατί;

Πόσες φορές στοχοποιήθηκαν άνθρωποι χωρίς να φταίνε; Φωτογραφίες ανυποψίαστων ατόμων που κάποιος τους κατηγορούσε πχ ότι κακοποίησαν ένα ζώο. Και από κάτω τα πλήθη με κραυγές κι αλαλαγμούς να ζητάνε αίμα. Πρόσφατα μια εταιρεία κατηγορήθηκε ότι έχει σχέση με τον τραγικό θάνατο ενός 8χρονου κοριτσιού στο Κερατσίνι. Επί δύο μέρες δεν διάβαζες κάτι άλλο από προτροπές σε μποϊκοτάζ προϊόντων -στην καλύτερη-, πράξεις βίας και εκδίκησης. Τελικά η συγκεκριμένη εταιρεία δεν είχε καμία σχέση με τις εγκαταστάσεις που συνέβη το θλιβερό γεγονός αλλά αυτό είναι λεπτομέρεια.

Η πρώτη φορά που θυμάμαι προσωπικά να σοκάρομαι ήταν όταν διάβασα για έναν δικηγόρο της Τρόικας (πριν τους βαφτίσουμε Θεσμούς) που είχε υποστεί εγκεφαλικό στην Αθήνα. Δεν ήταν ούτε 40 ετών. Το τι κατάρες και τι «ευχούλες» για πσόφους (με πσ) έσπευσαν να μοιραστούν ορισμένοι με τους υπόλοιπους χρήστες του διαδικτύου, δεν περιγράφεται. Λες και για τις δυσκολίες που πέρασε η χώρα μας έφταιγε ένας άσχετος υπάλληλος.

Είναι σαν να μην ενδιαφέρεται κανείς για την ουσία. Ακόμα κι όταν κάποιος σπεύσει να υπερασπιστεί κάτι που είναι σωστό, όπως τα δικαιώματα συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, των ζώων, ή κάτι άλλο, αισθάνεσαι ότι τις περισσότερες φορές το πραγματικό κίνητρό του είναι να βγάλει μίσος προς κάποιους άλλους ανθρώπους. Απλώς το δικό του μίσος είναι καλυμμένο με τον μανδύα των καλών προθέσεων.

Δεν ξέρω αν η κοινωνία ήταν πάντα έτσι και τώρα απλώς απέκτησαν φωνή οι άνθρωποι που περιγράφω. Δεν ξέρω αν όλα αυτά είναι σημεία των καιρών και αποτέλεσμα της αποξένωσής μας από όσα μας επέτρεπαν να αποκαλούμαστε άνθρωποι. Αυτό που ξέρω είναι ότι όλοι μας οφείλουμε να σταθούμε μπροστά στον καθρέφτη και να απαντήσουμε με ειλικρίνεια στο ερώτημα: «Πάω καλά; Την παλεύω; Μήπως χρειάζομαι βοήθεια;».  

Κι όταν συμβεί αυτό, ορισμένοι, θα ακούσουμε τον καθρέφτη να μας ρωτάει: «Εσύ που πατάς ‘χα χα’ σε θανάτους, νιώθεις καλά με τον εαυτό σου;». Αλήθεια, νιώθεις;