Άνγκελα Μέρκελ: «Μπορεί πολλά να μάθει κανείς και να διδαχθεί από την Ελλάδα»

Για τις απαιτήσεις της από το ελληνικό κράτος, το μεταναστευτικό και τις σχέσεις Ελλάδας - Γερμανίας, μίλησε η απερχόμενη Γερμανίδα Καγκελάριος.

«Όποιος γνωρίζει από πολιτισμό δεν μπορεί να αφήσει απ’ έξω την Αθήνα και την Ελλάδα.» τόνισε η απερχόμενη καγκελάριος ‘Ανγκελα Μέρκελ στις κοινές δηλώσεις της με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, σημειώνοντας ότι δεν θα είναι η τελευταία επίσκεψή της στην Ελλάδα.

«Οι σχέσεις Γερμανίας- Ελλάδας ήταν αρκετά ζωντανές θα έλεγα. Οι δυσκολίες ήταν δεδομένες όταν επρόκειτο για τη σταθερότητα του ευρώ και εγώ προσωπικά είχα απόλυτη επίγνωση για την υπερβολική επιβάρυνση που σήμαινε αυτό και την πρόκληση που σήμαινε αυτό για τους ανθρώπους στην Ελλάδα. Καταφέραμε στο τέλος να βρούμε μια κοινή πορεία, έναν κοινό βηματισμό για να μείνει η Ελλάδα μέλος της ΕΕ.» είπε η Ανγκελα Μέρκελ.

«Μόλις ολοκληρώθηκε, ουσιαστικά έκλεισε αυτή η φάση, είχαμε να αντιμετωπίσουμε μια τεράστια άλλη πρόκληση που ήταν το μεταναστευτικό που ξεκίνησε το 2015. Αποδείξαμε ότι μπορούμε να μοιραζόμαστε ευθύνες και νομίζω ότι και το Σύμφωνο ΕΕ-Τουρκίας είναι παράδειγμα που μας δείχνει ότι μπορούμε να συνεργαστούμε και σε αυτή την περίπτωση να συνεργαστούμε και με την Τουρκία. Γνωρίζω τον μεγάλο αριθμό των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Ελλάδα όταν πρόκειται για τη συνεργασία με την Τουρκία. Συζητήσαμε και χθες και σήμερα εντατικά ότι θα πρέπει να ισχύουν τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών και το διεθνές δίκαιο και πιστεύουμε ότι είναι σημαντικό αλλά δύσκολο να βρίσκομαι απαντήσεις και λύσεις μέσω του διαλόγου» πρόσθεσε.

«Ξέρω οτι απαίτησα πολλά από τους Έλληνες»

Για τις σχέσεις Ελλάδας-Γερμανίας, η Ανγκελα Μέρκελ είπε: «Στην πανδημία και σε διμερές και σε ευρωπαϊκό επίπεδο δείξαμε ότι μπορούμε να δουλέψουμε πολύ στενά. Ήμουν απόλυτα πεπεισμένη γι’ αυτό και γι’ αυτό στήριξα ολόψυχα το Ταμείο Ανάκαμψης. Γιατί ήταν πολύ σημαντικό για την ανάκαμψη από την πανδημία και κυρίως για εκείνες τις χώρες που ήταν υποχρεωμένες να προβούν σε μεγάλο αριθμό μεταρρυθμίσεων και επλήγησαν στη συνέχεια από την πανδημία, να μπορέσουν χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ισπανία, να προβούν σε μακρόπνοες επενδύσεις, για να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε προβλήματα το μέλλοντος, όπως κλιματική αλλαγή, βιωσιμότητα, βιοποικιλότητα».

«Θα ήθελα να ευχαριστήσω για τη συνεργασία με την Ελλάδα διότι λόγω της γεωπολιτικής της θέσης, της γειτνίασης της με την Τουρκία, οι προκλήσεις στα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης είναι τεράστιες. Μπορεί πολλά να μάθει κανείς και να διδαχθεί από την Ελλάδα και ο ένας από τον άλλο και πολλές συζητήσεις οδήγησαν σε πολύ καλές λύσεις» πρόσθεσε.

«Ήμασταν όλοι εξαιρετικά σοκαρισμένοι για το πόσο ευάλωτο ήταν το ευρώ απέναντι στις εξωτερικές πιέσεις. Και αυτό έπληξε σημαντικά τις χώρες που είχαν υψηλότερο χρέος και δεν είχαν εφαρμόσει σε επίπεδο μεταρρυθμίσεων όλα όσα έπρεπε να είχαν εφαρμόσει. Εγώ πάντα ήμουν υπέρ της παραμονής της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ και είπα ότι η αποτελεσματικότητα του οικονομικού μας συστήματος θα πρέπει να είναι συγκρίσιμη αλλιώς δεν θα μπορούσαμε να κρατήσουμε ζωντανό το κοινό νόμισμα».