To ελληνικό κράτος δεν ξέρει να εισπράττει φόρους

Κάλλιο αργά παρά ποτέ, η φορολογική διοίκηση κατάλαβε τον παραλογισμό και το 2013 τον διόρθωσε.

Το ελληνικό κράτος δεν ξέρει να εισπράττει φόρους. Βάζει συνεχώς εμπόδια στις διαδικασίες. Κάνει τις φορολογικές δηλώσεις δύσκολες, όπως και την ίδια την φορολογική συμμόρφωση.

Το 2013 ήταν μια επαναστατική χρονιά για την ελληνική φορολογία. Τότε το ελληνικό κράτος έδωσε την δυνατότητα στις επιχειρήσεις να υποβάλλουν μια δήλωση χωρίς να την πληρώσουν. Μέχρι τότε όταν μια επιχείρηση υπέβαλε μια δήλωση π.χ. ΦΠΑ αλλά ταυτόχρονα αδυνατούσε να την πληρώσει, τότε το κράτος απέρριπτε την δήλωση ως απαράδεκτη. Τα αποτελέσματα ήταν τα ακόλουθα:

1. Το κράτος δεν γνώριζε τι ποσά έπρεπε να εισπράξει

2. Ο ειλικρινής φορολογούμενος που απλά αδυνατούσε να πληρώσει τον ΦΠΑ (θα μπορούσε κάλλιστα να μην τον είχε ακόμα εισπράξει) αντιμετωπιζόταν ως φοροφυγάς.

3. Ο συνειδητός και στρατηγικός φοροφυγάς αποκτούσε ένα πολύ ισχυρό άλλοθι. Απλά ανέγραφε την φορολογική του υποχρέωση στα βιβλία της επιχείρησής του και αν ερχόταν η φορολογική αρχή να ζητήσει τον λόγο που δεν είχαν υποβληθεί δηλώσεις ΦΠΑ, ο φοροφυγάς επικαλούνταν αδυναμία πληρωμής και ότι ο ίδιος έδειξε κάθε δυνατή επιμέλεια στο να παραδέχεται την οφειλή του, εμφανίζοντάς την στα βιβλία του. (Υπήρχαν πράγματι δικαστικές αποφάσεις που αθώωναν τον φορολογούμενο για τον λόγο αυτό).

Κάλλιο αργά παρά ποτέ, η φορολογική διοίκηση κατάλαβε τον παραλογισμό και το 2013 τον διόρθωσε. Ωστόσο δεν έχει ακόμα αντιμετωπίσει την αιτία που δημιούργησε αυτόν τον παραλογισμό. Η φορολογική διοίκηση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει όλους τους φορολογούμενους και τις επιχειρήσεις ως απατεώνες. Παράλληλα αναγνωρίζει ότι αδυνατεί να κάνει ουσιαστικούς ελέγχους, οπότε μένει σε τυπικότητες που κάνει μεν την δουλειά του ελεγκτή πολύ πιο εύκολη, αλλά δεν τον βάζει στο κόπο να σκεφτεί και να αποδείξει την ουσία. Η αδυναμία του ελέγχου επίσης οδηγεί σε όλο και πιο αυστηρά πρόστιμα, ούτως ώστε να καλλιεργούν τον φόβο όχι με την βεβαιότητα ότι η παράβαση θα διαπιστωθεί, αλλά με το ότι αν διαπιστωθεί, οι συνέπειες θα είναι καταστρεπτικές.

Η φορολογική διοίκηση είναι πεπεισμένη ότι οι στριφνές διαδικασίες και τα αυστηρά πρόστιμα είναι αποτελεσματικά. Πλανάται όμως. Οι στριφνές διαδικασίες δυσκολεύουν τον επιχειρηματία που θέλει να είναι συνεπής, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτει στον φοροφυγά τα σημεία ελέγχου που θα πρέπει να ξεγελάσει. Τα πανάκριβα πρόστιμα επίσης προσφέρουν κάλυψη στον στρατηγικό φοροφυγά. Πρώτον, γιατί ο κάθε δικαστής έχει τις αμφιβολίες του και δεύτερον, γιατί καθιστούν πιο δελεαστικό τον χρηματισμό προσδίδοντάς του μάλιστα και μανδύα φιλανθρωπίας. Θα δώσω ένα παράδειγμα. Ο νόμος προβλέπει τερατώδη πρόστιμα σε περίπτωση απώλειας ή καταστροφής φορολογικών μηχανισμών ή ταμειακών μηχανών. Σκοπός του είναι να τιμωρεί αυστηρά την σκόπιμη καταστροφή ή απώλεια των ταμειακών μηχανών. Δεν προβλέπει όμως τι συμβαίνει όταν έχουμε ακούσια καταστροφή ή απώλεια των ταμειακών. Τελικά μπλέκει τα χλωρά με τα ξερά, καταδικάζοντας τα μεν και βοηθώντας τα δε.

Στο σημείο αυτό συνήθως το αίτημα είναι για απλοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας. Είναι όμως αυτή εφικτή; Οι οικονομικές συναλλαγές εξελίσσονται με ραγδαίους ρυθμούς, οπότε και οι φορολογικοί νόμοι πρέπει να τις ακολουθούν. Ταυτόχρονα με τις ψηφιακές

δυνατότητες η φορολογική διοίκηση μπορεί πλέον να αναλύει και να επεξεργάζεται μεγάλο όγκο δεδομένων και συσχετίσεων, γι’ αυτό και τα ζητά, καθιστώντας τις δηλώσεις όλο και πιο απαιτητικές με συμπλήρωση ολοένα και περισσότερων στοιχείων. Η συγκέντρωση και η επαλήθευση όμως αυτών των στοιχείων από την πλευρά της κάθε επιχείρησης, είναι δουλειά που απαιτεί κόπο και χρόνο, ειδικά τώρα που είμαστε στην μετάβαση του ψηφιακού μετασχηματισμού και δεν έχει ακόμα εμπεδωθεί πλήρως. Αν λοιπόν η φορολογική διοίκηση ζητά την συμπλήρωση αυτών των δηλώσεων ως προϋπόθεση είσπραξης των φόρων, αυτό που κάνει είναι ουσιαστικά να την καθυστερεί. Και επειδή δεν πρέπει η είσπραξη των φόρων να καθυστερεί, απαιτεί όλη αυτή την εργασία συγκέντρωσης δεδομένων να γίνεται όλο και πιο γρήγορα. Και για να επιβάλλει αυτές τις προθεσμίες νομοθετεί πολύ αυστηρά πρόστιμα, τα οποία ούτε η πανδημία ούτε η ασθένεια του λογιστή καθίστανται ικανές να τα αναστείλουν.

Αυτός ο φαύλος κύκλος είναι η αιτία τις τεράστιας ταλαιπωρίας των λογιστών στην Ελλάδα από το 2014 η οποία έχει πάρει πραγματικά τραγικές διαστάσεις από το ξέσπασμα της πανδημίας και μετά που επιταχύνθηκε βίαια ο ψηφιακός μετασχηματισμός ώστε να δώσει λύσεις στις επιχειρήσεις με συνεχείς χρηματοδοτήσεις και προγράμματα. Όσο η συγκέντρωση, ο έλεγχος, η επαλήθευση και η δήλωση όλο και περισσότερων στοιχείων που είναι απαραίτητες για τον ελεγκτικό μηχανισμό, παραμένουν ταυτόχρονα και προϋπόθεση για την είσπραξη των φόρων, η φορολογική διοίκηση δεν θα δίνει τον απαραίτητο χρόνο ώστε να γίνεται η δουλειά σωστά. Το αποτέλεσμα είναι και οι λογιστές να εξαντλούμαστε και η φορολογική διοίκηση να μην έχει τα στοιχεία που χρειάζεται όπως τα χρειάζεται, ούτε να εισπράττει τους φόρους τη στιγμή που πρέπει.

Για να ξεφύγουμε από αυτόν το φαύλο κύκλο, η λύση είναι μια: αποσύνδεση της είσπραξης των φόρων από την υποβολή των τόσο απαιτητικών δηλώσεων. Άλλωστε η τόσο απαιτητική και λεπτομερής παράθεση στοιχείων, παύει να έχει τον χαρακτήρα της δήλωσης. Φορολογική δήλωση σημαίνει «δηλώνω ότι έχω τόσο κέρδος, οπότε πληρώνω αυτόν τον φόρο». Η παράθεση τόσων στοιχείων συνιστά στην πραγματικότητα ελεγκτική διαδικασία και μάλιστα πολύ απαιτητική.

Προσωπική μου άποψη είναι ότι η φορολογική διοίκηση θα πρέπει να κάνει ακόμα πιο αποφασιστικό βήμα. Να δώσει μια μόνιμη ταυτότητα οφειλής σε κάθε ΑΦΜ, ώστε κάθε φορολογούμενος να μπορεί να πληρώσει τις φορολογικές του υποχρεώσεις ακόμα και αν για οποιονδήποτε λόγο η δήλωση δεν μπορεί να υποβληθεί έγκαιρα.

Η απλοποίηση λοιπόν δεν θα έρθει ποτέ στην φορολογική νομοθεσία. Αυτή θα ακολουθεί την οικονομική δραστηριότητα. Η απλοποίηση δεν πρόκειται να έρθει στους ελέγχους και στα στοιχεία με τα οποία οι έλεγχοι θα πρέπει να τροφοδοτηθούν. Η απλοποίηση μπορεί να γίνει στις διαδικασίες είσπραξης των φόρων. Και μπορεί να γίνει με έναν τέτοιον τρόπο, ώστε να καλλιεργήσει υγιές κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και πολίτη και να εμπεδώσει την βεβαιότητα στους φορολογούμενους, ότι κάθε παράβαση θα ελεγχθεί και θα διαπιστωθεί.

Όσο δεν υπήρχαν ηλεκτρονικοί υπολογιστές, για να πληρώσουμε μια οποιαδήποτε υποχρέωση πηγαίναμε στην εφορία. Η εφορία μας έδινε ένα χαρτί, που θα μπορούσαμε να το συμπληρώσουμε και επί τόπου και που στη συντριπτική πλειοψηφία των δηλώσεων ήταν μια σελίδα που θα έπρεπε να συμπληρωθούν όλα κι όλα τέσσερα με πέντε στοιχεία.

Στον ψηφιακό κόσμο αυτό δεν λειτουργεί. Πρώτον δεν πηγαίνουμε πλέον στην εφορία. Δεύτερον η απλή δήλωση των τεσσάρων με πέντε στοιχείων, έχει αντικατασταθεί με

κωδικούς που πρέπει να συμπληρωθούν αναλυτικά και που αλληλεπιδρούν με άλλες πλατφόρμες. Π.χ. παλιά για να υποβάλλουμε τον Φόρο Μισθωτών Υπηρεσιών, απλά συμπληρώναμε σε ένα χαρτί το σύνολο της μισθοδοσίας και τον φόρο. Τώρα θα πρέπει να γράψουμε αναλυτικά τον κάθε εργαζόμενο με τα πλήρη στοιχεία του, γιατί η δήλωση ΦΜΥ είναι ταυτόχρονα και βεβαίωση αποδοχών που θα εμφανιστεί στην φορολογική του δήλωση.

Αν λοιπόν η δήλωση ΦΜΥ δεν μπορεί να υποβληθεί για οποιονδήποτε λόγο γιατί π.χ. χάλασε το πρόγραμμα μισθοδοσίας, έπεσε το ρεύμα ή το Internet, μπήκε χάκερ στην επιχείρηση, έγινε σεισμός, έσπασαν οι σωλήνες και πλημμύρισε το γραφείο, αρρώστησε ο υπεύθυνος κλπ, κλπ, η επιχείρηση δεν μπορεί να στείλει έναν κλητήρα στην εφορία με συμπληρωμένη την δήλωση, όπως γινόταν παλιά. Θα πρέπει όμως να μπορεί να πληρώσει τον φόρο κάνοντας χρήση της μόνιμης ταυτότητας πληρωμής και να υποβάλλει την δήλωση όποτε μπορέσει.

Με τον τρόπο αυτό:

1. Το κράτος εισπράττει τα χρήματά του έγκαιρα και εύκολα

2. Δεν χρειάζεται να κατακεραυνώνει τις επιχειρήσεις με πανάκριβα πρόστιμα στην παραμικρή καθυστέρηση υποβολής οποιασδήποτε δήλωσης

3. Οι δηλώσεις μπορούν να υποβάλλονται σωστά καθώς θα υπάρχει επαρκής χρόνος για τη μελέτη, τη συλλογή των στοιχείων και την επαλήθευσή τους.

4. Οι λογίστριες θα μπορούν να γεννούν χωρίς άγχος, να ασθενούν χωρίς να αγωνιούν μην καταστραφούν οι πελάτες τους και να έχουν δικαίωμα στο προσωπικό χρόνο.

5. Σε έκτακτες συνθήκες, όπως ήταν η πανδημία, θα μπορεί να δίνεται έμφαση στο επείγον και σημαντικό χωρίς των περισπασμό των μόνιμων, καθημερινών διαδικασιών.

Ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν πρόκειται να αποδώσει τα αναμενόμενα, όσο μένουμε προσκολλημένοι σε διαδικασίες προ ψηφιοποίησης, που έχουν διαμορφωθεί για να καλύπτουν ανάγκες που δεν υπάρχουν πια.