Μην απαξιώνετε την ελληνική δικαιοσύνη

Tο ερώτημα που τίθεται είναι ένα και μοναδικό: Ποιας μορφής δικαιοσύνη θέλουμε;

Από τα πολλά χειροκροτήματα για την καταδίκη της Χρυσής Αυγής, στην έντονη κριτική και τις αποδοκιμασίες στην υπόθεση Λιγνάδη.

Και το ερώτημα που τίθεται είναι ένα και μοναδικό: Ποιας μορφής δικαιοσύνη θέλουμε;

Θέλουμε οι δικαστές να λαμβάνουν αποφάσεις ανάλογα με τις επιθυμίες των πολιτών ή οι λειτουργοί της Δικαιοσύνης να βγάζουν αποφάσεις βάσει των υφιστάμενων νόμων;

Θέλουμε ένα ιδιότυπο καθεστώς «λαϊκού δικαστηρίου» ή δικαστές που να αποφασίζουν ελεύθερα και εντός νομοθετικού πλαισίου;

Πρέπει να λάβουμε μια απόφαση.

Η αλήθεια είναι ότι στην περίπτωση του Δημήτρη Λιγνάδη ελάχιστοι ήταν εκείνοι που εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για την απόφαση.

Σε όλους μας «έκατσε βαριά» η αποφυλάκιση του Λιγνάδη.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι όσοι διαφωνούν πρέπει να επιβάλλουν την άποψή τους. Αυτό, είναι μια μορφή φασισμού.

Φυσικά και να υπάρξουν αντιδράσεις και φωνές διαμαρτυρίας, αλλά να πραγματοποιούνται σχεδόν καθημερινά πορείας στο «δύσμοιρο» κέντρο της Αθήνας και τα θέατρα να μετατρέπονται σε λαϊκά δικαστήρια δεν αρμόζει σε μια δημοκρατική χώρα.

Επίσης, αρνητικές εντυπώσεις έχει προκαλέσει το γεγονός πως κάποια κόμματα της αντιπολίτευσης προσπαθούν να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους την όλη κατάσταση.

Τέτοιου είδους «μικροπολιτική» δεν αρμόζει στον πολιτικό πολιτισμό που επικαλούνται οι ίδιοι όταν οι καταστάσεις τους «βολεύουν».

Ακόμη, θα πρέπει όσοι από τον πολιτικό κόσμο έχουν βγει στα «κάγκελα» στην υπόθεση Λιγνάδη και μιλούν για αδικία, να αναλογιστούν τις δικές τους ευθύνες.

Και αυτό διότι πολλοί εξ αυτών που διαμαρτύρονται έντονα υπερψήφισαν στην Βουλή νόμους που αφήνουν ελεύθερους βιαστές, δολοφόνους, εμπόρους ναρκωτικών και άλλα «φυντάνια».

Υπάρχουν εκατοντάδες υποθέσεις που βιαστές παιδιών και δολοφόνοι γυναικών αφέθηκαν ελεύθεροι ή φυλακίσθηκαν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, λόγω των νόμων που ισχύουν.

Καλή η κριτική, αλλά κάποτε ας κάνουμε και την αυτοκριτική μας.