Δημοσιογραφία και Δημοκρατία: Φίλοι ή εχθροί;

Για πολλοστή φορά τις τελευταίες εβδομάδες προκύπτει ξανά ένα σοβαρό ερώτημα της εποχής μας με τεράστιες κοινωνικές (και πολιτικές) προεκτάσεις.

Να λες τη γνώμη σου. Να διεκδικείς και να φωνάζεις τα πιστεύω σου. Έχεις φωνή, καν’ την να ακουστεί. Ίσως εμπνεύσεις, ίσως παρακινήσεις, ίσως «ξυπνήσεις» κάποιους. Ακόμα και έναν άνθρωπο να βοηθήσεις αξίζει. Η δημοσιογραφία δίνει αυτή την ευκαιρία, αρκεί βέβαια να ασκείται σωστά, ηθικά και με γνώμονα πάντα την σωστή ενημέρωση και πληροφόρηση.

Δημοσιογραφία και ελευθερία λόγου πάνε μαζί. Ή θα έπρεπε να πηγαίνουν. Δυστυχώς, ειδικά στις μέρες μας, αυτό δεν συμβαίνει. Μπορεί να συμβαίνει μεμονωμένα αλλά δε ξέρω αν είναι αρκετό. Συνήθως ακολουθείται η γραμμή του μέσου, η γραμμή του συμφέροντος, ο φόβος και ο έλεγχος της μάζας.

Fake news, παραπληροφόρηση και αιρετικές απόψεις έχουν κάνει τους δημοσιογράφους… «μαύρα πρόβατα». Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις. Θέλω να πιστεύω. Όμως η πλειοψηφία του κόσμου θεωρεί τη δημοσιογραφία φερέφωνο των «ισχυρών», καθιστώντας την τρόπον τινά εχθρό και όχι σύμμαχο των ανθρώπων και της ενημέρωσης τους.

Το πρόβλημα αυτό γιγαντώθηκε την περίοδο της πανδημίας με τους ανθρώπους να κατηγορούν τους δημοσιογράφους για όλα τα κακώς κείμενα της εποχής στο τέλος, αφού ο φόβος που δημιουργήθηκε ήταν άνευ προηγουμένου. Αν λάβουμε δε υπόψιν μας μια από τις αρχές δεοντολογίας του δημοσιογραφικού επαγγέλματος που λέει ότι ο δημοσιογράφος οφείλει «να ελέγχει και να τεκμηριώνει τις πληροφορίες, που αναφέρονται στον ευαίσθητο τομέα της υγείας, όπου η παραπλανητική πληροφόρηση και η εντυπωσιακή προβολή μπορούν να προκαλέσουν αδικαιολόγητη αναστάτωση στην κοινή γνώμη», καταλαβαίνουμε γιατί στράφηκαν τόσο έντονα εναντίον των δημοσιογράφων.

Υπάρχει βέβαια και η άλλη όψη του νομίσματος πάντα. Δημοσιογράφοι που όντως ασκούν λειτούργημα. Όπως προείπα έτσι θέλω να πιστεύω τουλάχιστον, γι’ αυτό δεν είναι δίκαιο να τους παίρνει όλους η… μπάλα. Όμως, όπως στα μαγαζιά η βιτρίνα είναι αυτή που προσελκύει το κοινό και λέει πολλά για την ποιότητα του, έτσι και οι δημοσιογράφοι που βγαίνουν συνήθως μπροστά είναι η « βιτρίνα» του «μαγαζιού» που λέγεται δημοσιογραφία και παρασύρουν μαζί τους, λανθασμένα προφανώς, και όλους τους υπόλοιπους. Επειδή όμως πλέον όλα είναι πιο ανοιχτά στον κόσμο, κυρίως λόγω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ίσως είναι η ώρα να κρίνουμε μεμονωμένα και όχι μαζικά. Ο κάθε άνθρωπος, οποίο επάγγελμα κι αν ασκεί να κρίνεται για όσα λέει ή κάνει και να μην αποτελεί πανάκεια για όλο τον κλάδο.

Είναι άδικο να κρίνονται όλοι με τον ίδιο τρόπο χωρίς να φταίνε. Συχνά με ρωτάνε «Γιατί επέλεξες τη δημοσιογραφία;» ή ακόμα πιο συχνά πλέον «Σαν αυτούς θέλεις να γίνεις, τέτοια θα λες;».

«Όχι» απαντάω ρητά και κατηγορηματικά. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι και το πιστεύω αυτό. Μεγάλωσα σε μια εποχή που κι εγώ όπως οι περισσότεροι τότε διαβάζαμε πολλές εφημερίδες.  Από αυτές έμαθα ωραίο λεξιλόγιο που με εντυπωσίαζε και το σημείωνα για να το μάθω και θαύμαζα αυτούς που τα έγραφαν. Κατά κάποιο τρόπο με ενέπνευσαν,είπα «Το θέλω κι εγώ αυτό» , να γράφω και να κάνω τις σκέψεις μου λέξεις.

Μου αρέσει να γράφω, να αποτυπώνω στο χαρτί αυτά που σκέφτομαι μια προϋπόθεση όμως. Να είμαι ελεύθερη να γράψω αυτό που πιστεύω. Για να υπάρχει η δημοσιογραφία πρέπει να υπάρχει και η ελευθερία λόγου, βασική αρχή της Δημοκρατίας.

Αν αυτά που γράφω μπορούν να κάνουν κάποιον να ταυτιστεί, να χαμογελάσει ή να προβληματιστεί είναι αρκετό. Δε θέλω να ενστερνιστεί τη γνώμη μου επειδή «είμαι δημοσιογράφος και το επιβάλλω». Αντιθέτως, μέσα από τις διαφορετικές απόψεις δημιουργείται διάλογος που οδηγεί σε νέες ανακαλύψεις, σε πράγματα που μπορεί κάποιος να μην είχε σκεφτεί πριν. Γι’ αυτό όσο δύσκολη κι αν είναι μια εποχή ή μια συνθήκη πάντα υπάρχει τρόπος να βρεις ή να δημιουργήσεις την ελευθερία σου.

Δημοσιογραφία, Δημοκρατία, Διάλογος και Ελευθερία πάνε μαζί, δεν υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο.Κι αν υπάρχει, δεν λειτουργεί σωστά. Απλά παραπαίει…